23/8/10

Ενός ξένου η ευχή.


Δεν είναι για μένα εύκολο πια να αγαπώ
γιατί νιώθω τόσο ξένος εδώ
και αν δεν ήρθα από επιλογή μου
από επιλογή μου μένω
γιατί είμαι περίεργος να δω
μια αμφίβολη συνέχεια
από ένα φιλμ πραγματικό
με φόνους και ανέχεια.

Είμαι και εγώ ηθοποιός
και προσπαθώ το ρόλο μου
να αποδώσω ελεύθερα
μόνο εγώ ξέρω πόσο υπέφερα
δεν μαθαίνω τα λόγια μου απ' έξω
θέλω χωρίς σενάριο να παίξω
και να αλλάξω την πλοκή
άλλη να δώσω οπτική
σε μια ταινία πληκτική

και αν δεν τα καταφέρω
θέλω να κάνω μια ευχή
όταν δεν θα με χωράει η γη
θέλω να φύγω στον ουρανό, μακρυά
πιο ψηλά από κει που πετάνε περιστέρια
θέλω χορό να στήνω τις νύχτες με τ' αστέρια.

όταν στο σύμπαν θα χαθώ
και με αστερόσκονη λουστώ
τότε πάλι με ευκολία θ' αγαπώ
όμως θα ναι πια αργά για γης καλοκαίρια
εγώ στου χάους θα συχνάζω τα λημέρια
τις μέρες θα κοιμάμαι παρέα με τ' αστέρια.


18/8/10

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ.


Μην νομίζεις ότι σε φοβάμαι
επειδή μερικοί στο άκουσμα σου τρέμουν.
Φοβούνται απλώς το άγνωστο και το τίποτα
φοβούνται μην τα χάσουν όλα
εγώ δεν έχω και πολλά να χάσω
και αν χάσω κάτι δεν με ενδιαφέρει
άλλωστε ξέρω ότι γυμνός ήρθα και γυμνός θα φύγω.

Και αν κάποιοι σε περιγράφουν
κρύο και μαυροφορεμένο
και έμενα μου αρέσουν
τα σκούρα μονόχρωμα ρούχα,
και είμαι ψυχρός στους τρόπους
δεν λέω εύκολα ούτε καλημέρα.
Ίσως να έχουμε το ίδιο στυλάκι βλέπεις.

Αλλά εγώ φοράω χειμωνιάτικα παπούτσια όλο το χρόνο
γιατί όλες οι εποχές γίνανε χειμώνας
και τα κορδόνια συνέχεια να λύνονται
και συνέχεια να σκύβω να τα δέσω
όχι ότι μ'αρέσει η διαδικασία
απλά δεν ασχολήθηκα πότε να τα κάνω να μην λύνονται
Θες από βαρεμάρα; Θες από τεμπελιά;
σίγουρα πάντως από αδιαφορία.

Ενώ εσύ σιγά μην είχες πότε τέτοιες έγνοιες
δεν νομίζω καν να φόρας παπούτσια
πάντως με τα κορδόνια των φυλακών και των κρατητηρίων
έχεις στενή σχέση
είναι φίλοι σου και σου φέρνουν πελατεία.

Η αλήθεια είναι ότι δεν θέλω να έρθεις τουλάχιστον τώρα
Όταν σε χρειαστώ θα έρθω εγώ.
Αν τυχόν όμως έρθεις απροειδοποίητα
έλα χωρίς πόνο στα χέρια,
και εγώ όταν πάω κάπου
συνήθως με άδεια χέρια πάω.
Όχι επειδή είμαι σφιχτός,
απλά ίσως βαριέμαι ίσως τεμπελιάζω
σίγουρα πάντως αδιαφορώ.

31/12/09

O Namuh, άπειροι χαρακτήρες κατά προσέγγιση.

Ο Namuh ακουμπάει τον αυτοσχέδιο τσιγάρο του στο τασάκι και βγάζει τον σχοινοβελό αργά αργά από την κάνη του όπλου του. Είναι και αυτή μία από τις ασχολίες του εδώ και δέκα μέρες. Το όπλο του είναι ο μόνος σύντροφος.Έχει να βρεθεί με φίλους εδώ και καιρό. Του ‘ρχονται αναμνήσεις. Θυμάται την πρώτη φορά που καθάρισε όπλο όταν υπηρέτησε στον τακτικό στρατό της Σαιοναράπ. Υπήρχαν διαφορές και ομοιότητες μεταξύ των δυο καταστάσεων. Τότε ήταν αναγκασμένος ,ως ένα σημείο, από άλλους να το κάνει, τώρα το έκανε επειδή το διάλεξε αυτός. Τότε δεν ήθελε να κρατήσει όπλο, τώρα από μόνος έψαξε να το βρει. Πάντως και στις δυο περιπτώσεις έπρεπε να το καθαρίσει και σίγουρα και στις δυο περιπτώσεις το ένιωθε σαν ένα κομμάτι της ύπαρξης του, στην πρώτη έπρεπε να το καθαρίσει επειδή δεν ήθελε να τιμωρηθεί στην δεύτερη επειδή θα του ήταν χρήσιμο για να επιβιώσει. Θυμόταν ότι του μιλούσε όταν ένιωθε μοναξιά και ότι έπρεπε να είναι έτοιμος να αναφέρει τον χαραγμένο πάνω του αριθμό όταν του το ζητούσαν ανώτεροι.Ένα κομμάτι του εαυτού του είχε ταυτιστεί με αυτό. Υπήρχε και τώρα ταύτιση αλλά ταύτιση αναγκαιότητας όχι ταύτιση φόβου. Θυμόταν ότι δεν ήταν συστηματικός καπνιστής αλλά περιστασιακός. Παρόλα αυτά ο καπνός πάντα τον συνάρπαζε, του άρεσε να στρίβει τσιγάρα που και που. Παλιότερα κάπνιζε κάποιες φόρες όταν έβγαινε έξω με φίλους ,όταν όμως υπηρετούσε στον τακτικό στρατό επιθυμούσε να καπνίζει στην σκοπιά. Δυστυχώς δεν ήταν εύκολο να στρίβει καπνό, έπρεπε να προσέχει μήπως έρθει κάποιος κοντά του χωρίς να τον αντιληφθεί , οπότε κάπνιζε έτοιμα βιομηχανικά τσιγάρα. Ένα βράδυ τον είχε πιάσει ένας Λοχίας να καπνίζει και τον επέπληξε, τώρα δεν υπήρχε κανείς εκεί κοντά για να τον τιμωρήσει.

Όταν τέλειωσε τον καθαρισμό της κάνης έβαλε λίγο λάδι εξωτερικά και άρχιζε να το τρίβει καθώς κοιτούσε από την μισάνοιχτη κουρτίνα του παραθύρου του. Είχε δυο μέρες να δει κάποια κίνηση που θα την θεωρούσε επιθετική. Εδώ και είκοσι μέρες είχε ξεκινήσει εξέγερση στην Ηκάρθ και συμμετείχε με τον τρόπο του, εξάλλου δεν θα μπορούσε να κάνει αλλιώς. Είχε την εξέγερση μέσα του από μικρός. Θυμάται την πρώτη του μη συνειδητή εξέγερση σε ηλικία τεσσάρων ετών. Οι γονείς του δούλευαν και δεν μπορούσαν να τον προσέχουν τα πρωινά. Αποφάσισαν να τον στείλουν σε παιδικό σταθμό. Η μητέρα του κάθε μεσημέρι όταν τελείωνε από την δουλειά της πήγαινε και τον έπαιρνε. Όταν κάποια μέρα δεν μπόρεσε έστειλε τον παππού του. Όταν ρώτησαν τον Νamuh αν ήξερε εκείνο τον κύριο,απάντησε αρνητικά. Οι υπάλληλοι έδιωξαν τον παππού και αργότερα ήρθε η μητέρα του και τον παρέλαβε . Ήταν μια εξέγερση υπέρ του συνηθισμένου. Αν και τώρα πια δεν είναι τόσο σίγουρος αν όντως ήταν εξέγερση ή αν απλώς εκείνη την περιόδο ήταν ερωτευμένος με την μητέρα του. Πάντως κατέληγε σαν μια συμπεριφορά υπέρ μιας κατεστημένης κατάστασης και μάλλον μία από τις τελευταίες τέτοιου είδους. Ακολούθησε και δεύτερη εξέγερση όταν αντί να παρακολουθεί την υπάλληλο του νηπιαγωγείου να διδάσκει ασχολούνταν με δικές του υποθέσεις. Η υπάλληλος πήγε στην μητέρα του και της είπε ότι ο Namuh είχε κάποιο ψυχολογικό πρόβλημα. Η μητέρα του δεν έδωσε σημασία ήξερε καλυτέρα το παιδί της. Η αλήθεια είναι ότι ο Namuh δεν έβρισκε ενδιαφέρον στην διδασκαλία. Όταν έγινε επτά όμως και πέρασε την πρώτη του μέρα στο κρατικό δημοτικό σχολείο όρθιος για τιμωρία, η μητέρα του προβληματίστηκε και έδωσε μεγαλύτερη προσοχή.

Ο Namuh άρχισε να ασχολείται περισσότερο και έγινε ένας από τους καλύτερους μαθητές της τάξης του. Σίγουρα πάντως ήταν ο καλύτερος στα μαθηματικά μέχρι τα δέκα του χρόνια. Μέτα έχασε και πάλι το ενδιαφέρον του. Πάντως δεν τα παράτησε και τελείως. Εκείνα τα χρόνια ήρθε και η τρίτη εξέγερση που είχε και επετειακό χαρακτήρα και συνεχίστηκε για χρόνια. Μία συγκεκριμένη μέρα κάθε χρόνο τα παιδιά άναβαν φωτιές και της πηδούσαν. Ο Namuh όπως και αλλά παιδιά σαν καύσιμο χρησιμοποιούσαν τα βιβλία της προηγούμενης σχολικής χρονιάς. Ήταν σίγουρα ένα υποσυνείδητο μίσος για τα περισσότερα μαθήματα του σχολείου. Αυτό το κατάλαβε μόλις τώρα γιατί θυμήθηκε ότι κρατούσε μόνο τα βιβλία από τα μαθήματα που τον ενδιέφεραν. Δεν ήταν οι μοναδικές εξεγέρσεις, υπήρχαν χιλιάδες άλλες που τις θυμάται αχνά και άλλες που δεν θυμάται καθόλου. Ήταν ικανός να τα κάνει πάνω του επειδή δεν ήθελε να διακόψει κάποιο παιχνίδι και αργοπορούσε μετά από διαλείμματα γιατί συνέχιζε να παίζει στην αυλή. Όταν έγινε έντεκα χρονών ενώ στο σπίτι ήταν σχετικά ήρεμος, στο δρόμο ήταν ήδη ένας μικρός διάβολος. Μαζί με τον αδερφικό του φίλο Él κάνανε πολλές επιθέσεις με άγουρους καρπούς από δέντρα σε κινούμενα οχήματα και σε άθλια πολυώροφα κτίρια με ανοικτά παράθυρα. Δεν ήταν επιθέσεις στα τυφλά, πάντα προσπαθούσαν να βρουν ανοιχτό παράθυρο για να πάρει ο παραλήπτης το μήνυμα τους. Ήταν ξεκάθαρο θέλανε να τους πούνε βγείτε από τις σιδερένιες μάζες σας και τα τσιμεντένια κουτιά σας και ζήστε την δράση των δρόμων. Είχανε μεγάλη ενεργητικότητα και την διοχετεύανε με αυτές τις συμβολικές πράξεις. Όταν κάποιος τους κυνηγούσε καταλάβαιναν ότι είχαν πετύχει αυτό που ζητούσαν. Ήταν μια νίκη κατά της παθητικότητας. Ο Namuh ήξερε καλά ότι η ζωή σχεδόν όλων των ανθρώπων εμπερίεχε πολλές μορφές εξεγέρσεων άλλες φόρες αντίθετες με την ροή του ενός ποταμού και άλλες φορές ορμητικές σαν την δύναμη ενός λυσσασμένου χείμαρρου. Σκέφτηκε ότι η πραγματική ζωή άρχιζε με την άρνηση του νεογνού να αποχωριστεί την ζεστασιά της μήτρας και να βγει στον κρύο εξωτερικό κόσμο, αντιτιθέμενο στην εξέλιξη της ύπαρξης του. Το κλάμα ενός βρέφους ήταν για αυτόν η πρώτη αντιδραστική φυσική εξέγερση. Ήταν ο πρώτος φόβος του ανθρώπου προς το νέο.